Ελλάδα και Άμεσες Ξένες Επενδύσεις

0

Vasiliadis photoΕίναι γενικά αποδεκτό ότι οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) συμβάλουν θετικά στην οικονομική ανάπτυξη της φιλοξενούσας χώρας μέσω της παροχής κεφαλαίων, την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, τη μεταφορά τεχνογνωσίας ως προς τη διαχείριση πόρων και φυσικά την απασχόληση. Πολλές χώρες σε όλο τον πλανήτη έγκαιρα αναγνώρισαν τα πλεονεκτήματα που μπορούν να έχουν από την προσέλκυση ΑΞΕ, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα στην Ευρώπη αυτό της Ιρλανδίας.

Αν και πολλοί συγκρίνουν την περίπτωση της Ιρλανδίας με την Ελλάδα προκειμένου να επιχειρηματολογήσουν υπέρ αυτής της μορφής ανάπτυξης, θα πρέπει να πούμε ότι οι δύο χώρες διαθέτουν διαφορετικά (γεωγραφικά, πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά) χαρακτηριστικά. Όμως τα διαφορετικά αυτά χαρακτηριστικά δεν δικαιολογούν την αντιφατική, και πολλές φορές αδιάφορη (παρά τα αντιθέτως λεγόμενα), πολιτική που ασκείται από τις Ελληνικές Κυβερνήσεις διαχρονικά ως προς την προσέλκυση ΑΞΕ.

Όπως είχα αναφέρει και σε ένα προηγούμενο άρθρο μου, ενώ οι ΑΞΕ στην Ευρώπη κινήθηκαν σε ιστορικά υψηλά καταγράφοντας αύξηση 14% σε ετήσια βάση δημιουργώντας 217.666 νέες θέσεις εργασίας, η Ελλάδα δεν μπόρεσε να προσελκύσει παρά ένα ελάχιστο μερίδιο της αύξησης αυτής. Αντίθετα, συνολικά για το 2015, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξέδωσε η Τράπεζα της Ελλάδας, στη χώρα μας είχαμε το φαινόμενο της απο- επένδυσης αφού οι καθαρές εισροές ΑΞΕ μειώθηκαν κατά 261,4 εκ. ευρώ.

Πως φτάσαμε όμως σε αυτό το σημείο, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η κάθε επένδυση (ελληνική ή ξένη) θα έπρεπε να θεωρούταν ευπρόσδεκτη; Η προσέλκυση των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων πάντοτε αντιμετωπιζόταν με πολιτικούς όρους στην χώρα μας. Από την υπερβολικά ευνοϊκή μεταχείριση τους στη διάρκεια της δικτατορίας (αφού το τότε καθεστώς έβλεπε τις ξένες επενδύσεις ως ένα παράγοντα νομιμοποίησης του από τις Κυβερνήσεις και την κοινή γνώμη του εξωτερικού), στην αρνητική αντιμετώπιση τους κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 για να φτάσουμε από το 1990 και ύστερα στη δημιουργία ενός κλίματος όπου ναι μεν είναι ευπρόσδεκτες, αλλά με την απαίτηση προσαρμογής των ξένων επενδυτών στις «ελληνικές διαδικασίες» εγκατάστασης και λειτουργίας.

Όμως το ίδιο χρονικό διάστημα ο κόσμος άλλαζε με γοργούς ρυθμούς. Από την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ, και άρα την εισαγωγή στην παγκόσμια οικονομία νέων (μικρών και μεγάλων) κρατών πρόθυμων αλλά και ικανών να εφαρμόσουν πολιτικές, όχι μόνο προσέλκυσης επενδύσεων αλλά και αύξησης της ανταγωνιστικότητας τους συνολικά, μέχρι τις εξελίξεις στην τεχνολογία της πληροφορικής και των μεταφορών (για να αναφέρω μόνο δύο) που είχαν ως συνέπεια να αλλάζει συνεχώς, αυτό που ονομάζουμε παγκόσμιο οικονομικό κέντρο, αλλά και οι περιφερειακές αγορές που μπορούν να το στηρίξουν προμηθεύοντας το με τα απαραίτητα προϊόντα, είχαν ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα ενός ακραίου, πολλές φορές, ανταγωνισμού για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελληνική αντιμετώπιση των ΑΞΕ χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις λόγων και πράξεων. Η γραφειοκρατία παρέμενε και παραμένει σημαντική και πολύ περισσότερη από άλλες ανεπτυγμένες χώρες, οι μεταρρυθμίσεις είναι αποσπασματικές ενώ υπάρχει έλλειψη υιοθέτησης σταθερών πολιτικών σε κρίσιμους τομείς που επηρεάζουν την προσέλκυση ΑΞΕ, όπως η γραφειοκρατία στη δημόσια διοίκηση, η περιβαλλοντική νομοθεσία, η υιοθέτηση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου (με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, τουλάχιστον για τις νέες επενδύσεις) και η βελτίωση των υποδομών για να αναφέρω μόνο μερικές αιτίες.

Διαπιστώνουμε, συνεπώς, ότι η χαμηλή θέση της χώρας μας ως ενός ευνοϊκού προορισμού προσέλκυσης ξένων επενδύσεων δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται σε συγκεκριμένους παράγοντες που δυστυχώς εμποδίζουν και τους Έλληνες πολίτες να αναπτύξουν επιχειρηματική δραστηριότητα με όρους και συνθήκες που ξένοι πολίτες απολαμβάνουν στις (ανεπτυγμένες) χώρες τους και τους επιτρέπουν έτσι να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο, και γιατί όχι, να επεκταθούν και στο εξωτερικό. Είναι άμεση ανάγκη να αλλάξει η νοοτροπία μας και να παρθούν πραγματικά μέτρα βελτίωσης του επενδυτικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος, αφού σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα ευνοηθούν μόνο οι ξένοι επενδυτές, αλλά και οι Έλληνες που θα βρεθούν σε ένα πολύ πιο φιλικό και ισότιμο επιχειρηματικό περιβάλλον.

Λαυρέντιος Βασιλειάδης

Διδάκτωρ Περιφερειακής Ανάπτυξης του LondonSchool of Economics and PoliticalScience

Email Επικοινωνίας: l_vasiliadis@hotmail.com

Leave A Reply